Στο καβούκι μου

Τα κείμενα της καθημερινότητας θα δημοσιεύονται στο εξής στον Βερνάρδο τον ερημίτη, στην διεύθυνση : http://gerimitiis.blogspot.gr/

Ποιήματα θα βρείτε στην ποιηματοποίηση

ενώ

Πεζά και διηγήματα στην διηγηματοποίηση

...

Τι δεν είναι και τι είναι το gpoint'sbreeze

Δεν είναι χώρος που προωθεί έμμεσα ή άμεσα διαφημίσεις.
Δεν είναι χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού της.
Δεν είναι χώρος που θα σας υποχρεώσει ν' ακούσετε την μουσική που αρέσει στον δημιουργό του.

Είναι ένας χώρος που σέβεται την σκέψη και την ελληνική γλώσσα.
Είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τους επισκέπτες του και τον εαυτό του.



Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2008

Temporary like Ulysses


.
( Ου χρεώ πείσματος εστίν )

Tον είχε πιάσει το πείσμα του. Solo contra Roma. Δεμένος με παλαμάρι από μιά συκιά προσπαθούσε να ξεφύγει. Ειχε σκαρφαλώσει στη συκιά να κόψει άγουρα σύκα. Τα αποσπούσε από το δένδρο μαζί με το μικρό χοντρό κοτσάνι τους. Δεν ήξερε πως το κοτσάνι το λέγανε κάποτε πείσμα. Δεν πήγαινε το μυαλό του εκεί
Υστερα το σκοινί που είχε δεμένο στη μέση του τυλίχθηκε στα χοντρά κλαδιά. Γλίστρησε κάτω με τα χέρια γεμάτα σύκα. Τότε κατάλαβε πως ήτανε δεμένος αλλά δεν ήθελε ν’ αφήσει τα σύκα κάτω και να λυθεί. Ισως γιατί τα κοτσάνια τους τα λέγανε πείσματα. Ισως γιατί και το σκοινί στ’ αρχαία το λέγανε πείσμα κι’ αυτό.
Ισως ήταν δέσμιος του σκοινιού. Ισως όμως ήταν δέσμιος των λέξεων. Μα πιό πολύ ήταν δέσμιος των επιλογών του.

( Ουτ’ ευνάς βαλέειν )
.
Προσπαθούσε από κάπου να πιαστεί.Το ρέμα της θάλασσας σε ξεβράζει αφού σε πνίξει. Πιό μπροστά, στ’ ανοικτά σε παρασέρνει.
Πέταξε μιά πέτρα μεγάλη δεμένη με σκοινί στην αμμουδιά γιά άγκυρα. Παμπάλαια συνήθεια. Με κάθε κυματισμό το κορμί του πονούσε από το ζόρι της πέτρας. Σαν τις γνώσεις τις μη ολοκληρωμένες, αυτές που δεν έχουν βγεί ακόμα από το στόμα, που δεν έχουν γραφτεί ακόμα στο χαρτί. Που να τις πει και ποιός να τις καταλάβει; Φοβότανε τους πάντες, φοβότανε ν’ ανοιχθεί στα λόγια και στη θάλασσα. Μαθημένος στη μοναξιά του εγωϊσμού του, δεμένος με σκοινί από μιά πέτρα, τι ελευθερία να νοιώσει;

( Ούτε πρύμνησι’ ανάψαι )
.
Δεν ήθελε να βγεί απ’ το νερό. Μα ούτε μέσα έννιωθε καλά. Δίσταζε ακόμα. Σύρθηκε ο μισός έξω πάνω στην άμμο. Εφιαξε ένα βαθούλωμα σαν αυτό που κάνουν οι βάρκες όταν τις μισοτραβάνε έξω οι ψαράδες. Κοίταξε τη νέα του θέση. Εβλεπε την απορία στο βλέμμα των άλλων. Μήπως δεν ξέρει μπάνιο ; Μήπως χρειάζεται βοήθεια :
- Ποτέ ! ούρλιαξε στην ερώτηση που ποτέ δεν έγινε. Μα κρύα τούρθε πίσω η απόκριση :
- Τι προσπαθείς ; τι ψάχνεις ;

Και τότε είδε.
.
Πόσους ταύρους πρέπει ακόμα απ' τα κέρατα να πιάσει ;
πριν να νοιώσει το παιχνίδι, όπως πάντα θα το χάσει ;
Πόσες άγριες θυσίες στο μυαλό του θα υφάνει
νικητής μεσ' στην αρένα, στο κεφάλι του στεφάνι ;
Πόσους μπράβους πρέπει νάχει, τη δουλειά γι'αυτόν να βγάζουν ;
Πόσους θεατές να στέκουν στις κερκίδες να κοιτάζουν ;
Μέχρι πιά να καταλάβει, το παιχνίδι είναι χαμένο
.
The answer, my friend, is blowin’ in the wind
The answer is blowin’ in the wind
.
Και τότε οίδε
.
( Λιμήν εύορμος )
.
Το μέρος να καταλαγιάσει την τρέλλα του. Το καλωσυνάτο, σίγουρο λιμάνι που μέσα του κολυμπά ελεύθερος, χωρίς σκοινιά και άγκυρες. Την παρηγοριά των ανησυχιών του. Την ολοκλήρωση των προσπάθειών του, χωρίς να εξωκοίλει. Κατάλαβε πως έπρεπε να δουλέψει επιτέλους. Και να μη νοιάζεται γιά τη γνώμη των άλλων.
Μετανοιωμένος ο Οδυσσέας ξαναγύρισε, διά θαλάσσης, στη Ναυσικά...



.Λιμήν εύορμος Λιμάνι καλοκλεισμένο
ιν’ ου χρεώ πείσματος εστίν, όπου δεν χρειάζονται σκοινιά
ουτ’ ευνάς βαλέειν, ούτε άγκυρες
ούτε πρύμνησι’ ανάψαι ούτε να τραβηχθεί το πλοίο έξω
(Οδ. ραψ ι)

Λορελάϊ

...Κει, ξεχασμένη στη γωνιά ατέλειωτη γοργόνα, που μοναχός εδούλευε της σχόλης του τις ώρες. Το ξανθό παλικάρι τήραξε το γλυπτό με θαυμασμό και μιά λέξη πνίγηκε βαθιά στο λαρύγγι του, πριν ανεβεί στα χείλη :
Λορελάϊ !

Από το διήγημα του Τάσου Τσέλου "η Νεράϊδα"

Ενα επιδόρπιο γιά τους αναγνώστες των Ιστοριών από το κοίλο ημισφαίριο

Λορελάϊ

Τρία κοχύλια μούφερε της θάλασσας το κύμα
χρώμα έχει το 'να του βυθού, της άμμου ώχρα τ' άλλo
το τρίτο κι' ομορφότερο, στα χρώματα σου μοιάζει

Σα χελιδόνια φώλιασαν στη φούχτα μου και μείναν
να φέρει το 'να μια χαρά, τ' άλλο τη νοσταλγία,
το τρίτο και το πιό πιστό, στη μνήμη τη μορφή σου

Σα λουλουδάκια άνθισαν, την ευωδιά απλώσαν
για να μυρίζει γιασεμί και φούλι η νυχτιά μου,
το τρίτο και πιό εύοσμο, το άρωμά σου κλείνει

Μα εσύ που πάντα ερχόσουνα στο πλάϊ μου να γείρεις
πού ταξιδεύεις άραγε και στέλνεις τα κοχύλια,
σε ποιούς αλλοτινούς καιρούς τα κύματά σου αφήνεις;

Σε περιμένω θε' να 'ρθείς, να βγεις μέσα απ' το κύμα
και να στεγνώσεις τις πληγές, γλυκά να τις γιατρέψεις,
ή μήπως και ξεχάστηκες εκεί μακριά στα βάθη...

Τρία κοχύλια μούφερε της θάλασσας το κύμα
Τρία κοχύλια που κανείς δεν μπόρεσε να κλέψει
Το ένα είναι η θάλασσα και τ' άλλο ο αγέρας
Το τρίτο, το πολύτιμο, τόσο πολύ δικό μου .


πρώτη δημοσίευση στο www.logokipos.gr στις 08/03/07